Villages

In the galaxy of villages and towns of Arcadia, Gortynia holds a special place. Stemnitsa, Dimitsana, Zygovisti, Elati, Vytina, Nymphasia, Magouliana, Valtesiniko and Lagadia are the first names that surface, after Tripoli when one digs into the history or geography of the Peloponnese.
Designed to cross as many villages as possible, Menalon Trail is not only a path to discover nature, but also a path to the Arcadian history and geography. In each of the eight sections, Menalon Trail offers the traveler the opportunity to revive his interest or complete his knowledge on history and geography. Nine nodes, nine villages, nine protreptic suggestions of an alternative path to understand the untold human-scale topography.

Stemnitsa

Stemnitsa, the starting point of Menalon Trail, is the main hub for the Gortynian unity along with the region of Megalopolis. Stemnitsa stands at an altitude of 1080 meters and since it was built amphitheatrically on the slopes of mount Klinitsa, part of the Mainalon range, the village developed into a secluded and limited space. The core of the settlement is structured around the main road running through a kind of ledge, while the inhabited perimeter spreads on rocky outcrops, on shaded sites near the stream or on the sunny slopes above the square. The village is protected as a traditional settlement and almost all the houses are stone-built. The mansions are three-storey buildings with a square ground plan and the peasant’s homes were two-storey oblong constructions with a standard layout for animal stalls and storage rooms. Five large stone fountains provided Stemnitsa with drinking water. The central square is dominated by the church of Agios Georgios, built with the special permission of the Sultan within 73 days in 1810, with frescoes and murals by Fotis Kontoglou. The parish church is dedicated to Agia Paraskevi, other important churches are Panagia Bafero, Panagia Karea and Katagiorgis in the lower neighbour. In the upper part of the village, the late byzantine catholicon church of the Zodochos Pigi (or Chrisopigi) monastery is preserved in excellent condition, as are some outbuildings, which housed the school of Stemnitsa during the Turkish occupation in 1821 and the Peloponnesian Senate a bit later.

The area around ​​the village was inhabited since ancient times and refers to the Arcadian Book of Pausanias as the “savage and brutal settlement of Ypsous”. The ancient settlement took its name from its mythological founder, Ypsounta, son of the legendary king of Arcadia, Lykaon. The name Stemnitsa probably dates to the Middle Byzantine period, when the Peloponnese received successive waves of settlers and means shady place in Slavic. Stemnitsa’s activity was oriented towards trade and workmanship of metals, such as silversmith, that became an important source of revenue. Today a goldsmiths’ School operates in the village.

An important center for organizing the revolution in the period of the 1821 war of independence, Stemnitsa served as headquarters of the First Peloponnesian Senate and first informal capital of the rebelled Greek nation.

Stemnitsa is the birthplace of several important scientists, politicians and other prominent personalities. Until recently Stemnitsa was the seat of the municipality of Trikoloni, today is part of the municipality of Gortynia. It has many accommodation and food options and noticeable commercial and tourist traffic.

 

Χωριά

Μέσα στα χωριά της Αρκαδίας, η Γορτυνία έχει μια ξεχωριστή θέση.
Η Βυτίνα, η Δημητσάνα και τα Λαγκάδια είναι τα πρώτα ονόματα που έρχονται στη μνήμη μας μετά την Τρίπολη, όταν ανασκαλίζουμε τη γεωγραφία ή την ιστορία της Πελοποννήσου.
Σχεδιασμένο επίπονα να περνάει από όσο το δυνατόν περισσότερα χωριά, το Menalon Trail δεν είναι μόνο μια διαδρομή στη φύση, αλλά και στην αρκαδική ανθρωπογεωγραφία. Κάθε ένας από τους εννέα κόμβους του Menalon Trail προσφέρει στον περιηγητή την ευκαιρία να συμπληρώσει ή να φρεσκάρει τις γνώσεις του για όλα τα γεγονότα και ερωτήματα που γεννάει η συνάντηση του χρόνου με το χώρο. Εννέα κόμβοι, εννέα χωριά, εννέα προτάσεις μιας άλλης πορείας στο απέραντο μικρο τοπίο της ανθρώπινης κλίμακας.

Στεμνίτσα

Η Στεμνίτσα, αφετηρία της διαδρομής του Menalon Trail, είναι ο κύριος κόμβος της γορτυνιακής ενότητας με την περιοχή της Μεγαλοπολίτιδας.
Χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 1.080 μ. μέσα σε μια κλειστή πτύχωση της Κλινίτσας, παρακλαδιού του Μαινάλου, το χωριό αναπτύχθηκε σε μια θέση κρυπτική και ταυτόχρονα περιοριστική. Ο πυρήνας του οικισμού αρθρώνεται γύρω από τον κεντρικό δρόμο, που διατρέχει μια κάπως πιο ομαλή ζώνη, ενώ οι περιμετρικές συνοικίες απλώνονται στις βραχώδεις εξάρσεις, στις σκιερές πτυχές γύρω από το ρέμα ή στις προσήλιες πλαγιές πάνω από την πλατεία. Ο οικισμός έχει κηρυγμένος ως παραδοσιακός και όλα σχεδόν τα σπίτια είναι πετρόχτιστα, τα μεν αρχοντόσπιτα τριώροφα τετράγωνης κάτοψης, τα δε αγροτικών οικογενειών μακρόστενα διώροφα με τυπική διάρθρωση κατωγιού και βοηθητικών κτισμάτων. Πέντε μεγάλες πέτρινες κρήνες τροφοδοτούσαν με νερό τις συνοικίες.
Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει ο Άγιος Γεώργιος, ο οποίος κτίστηκε με ειδική άδεια του Σουλτάνου μέσα σε 73 ημέρες το 1810, με τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου. Η ενοριακή εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή, ενώ άλλες σημαντικές εκκλησίες είναι η Παναγία η Μπαφέρω, η Παναγία Καρέα και ο Καταγιώργης στην κάτω συνοικία. Στο πάνω μέρος του χωριού διατηρείται σε άριστη κατάσταση το καθολικό και μερικά προσκτίσματα της υστεροβυζαντινής μονής Ζωοδόχου Πηγής (ή Χρυσοπηγής), στην οποία στεγάστηκε η σχολή της Στεμνίτσας κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και το 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία.
Η περιοχή του οικισμού κατοικήθηκε από την αρχαιότητα και αναφέρεται στα Αρκαδικά του Παυσανία ως ο «άγριος και θηριώδης οικισμός Υψούς». Ο οικισμός πήρε το όνομά του από τον οικιστή της, Υψούντα, γυιό του μυθικού βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάοντα. Το όνομα Στεμνίτσα είναι πιθανώς των μεσοβυζαντινών χρόνων, όταν η Πελοπόννησος δέχθηκε επάλληλα εποικιστικά κύματα Σλάβικών φυλών και σημαίνει τόπος σκιερός. Η Στεμνίτσα υπήρξε οικισμός προσανατολισμένος στο εμπόριο και την τεχνουργία μετάλλων, όπως την αργυροχρυσοχοΐα, η οποία αναπτύχθηκε σε κύρια επαγγελματική διέξοδο των Στεμνιτσιωτών. Σήμερα λειτουργεί στο χωριό Σχολή Αργυροχρυσοχοΐας του ΙΕΚ Στεμνίτσας. Σημαντικό κέντρο οργάνωσης του αγώνα στην περίοδο της Επανάστασης του 1821, η Στεμνίτσα διατέλεσε έδρα της πρώτης Πελοποννησιακής Γερουσίας και πρώτη άτυπη πρωτεύουσα του επαναστατημένου Ελληνικού έθνους, μέχρι να φτάσει στον Μοριά ο Δημήτριος Υψηλάντης. Είναι κοιτίδα πολλών σημαντικών επιστημόνων και άλλων διακεκριμένων προσωπικοτήτων της πολιτικής κυρίως σκηνής. Πρόσφατα υπήρξε έδρα του δήμου Τρικολώνων, ενώ σήμερα εντάσσεται στο δήμο Γορτυνίας. Διατηρεί σημαντική υποδομή διαμονής και εστίασης και αρκετή εμπορική και τουριστική κίνηση. Μπορείτε να γνωρίσετε τη Στεμνίτσα μέσα από 3 περιπάτους που προτείνονται στον οδηγό του τέως δήμου Στεμνίτσας «Η Στεμνίτσα και το Φαράγγι του Λούσιου».

 

Το Μονοπάτι
του Μαινάλου

Από τη Στεμνίτσα στα Λαγκάδια
Μήκος 75.2 χλμ
Υψόμετρο 420 - 1550 μ

Σήμανση

Για την καλύτερη δυνατή εμπειρία και την πληροφόρηση σας, παρακαλούμε να μην ξεχάσετε να πάρετε τους

 

Δημητσάνα

Η Δημητσάνα, είναι χτισμένη πάνω σε ευρύχωρο ώμο, στο μοναδικό ομαλό πέρασμα της άνω κοιλάδας του Λούσιου, σε υψόμετρο περίπου 1000μ. Η θέση είναι ιδεώδης και εύλογα κατοικείτο από την αρχαιότητα: στην «Πλάτσα», το εξωτερικό σκέλος του φυσικού ώμου, διατηρούνται ανάμεσα στους τοίχους των νεώτερων κατοικιών τμήματα αρχαίου ισοδομικού τείχους, που ανήκαν στην ακρόπολη της αρχαίας Τεύθιδος, η οποία πιθανόν έδρευε στις ομαλές πλαγιές κάτω απο τη σημερινή κώμη και μέχρι το Παλιοχώρι.
Η Δημητσάνα ήταν από το 18ο αιώνα σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής και γνώρισε μια περίοδο δύο αιώνων μεγάλης οικονομικής ακμής χάρις στις υδροκίνητες βιοτεχνίες (αλευρόμυλοι, νεροτριβές, βυρσοδεψεία και μπαρουτόμυλοι), τους οποίους κινούσαν τα άφθονα πηγαία νερά της κοιλάδας. Μέρος των νερόμυλων και μπαρπυτόμυλων της περιοχής έχει διασωθεί στο εξαιρετικό Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, στην έξοδο του μεγάλου κεφαλαριού του Αγιώργη, λίγο έξω από την πόλη. Από τα τέλη του 19ου αι., με την ανάπτυξη των βιομηχανικών μεθόδων, οι υδροκίνητες βιοτεχνίες παρήκμασαν κα η Δημητσάνα έχασε την αίγλη της, παρέμεινε ωστόσο σημαντικός συγκοινωνιακός και διοικητικός κόμβος.
Η ίδια η πόλη, που έχει ανακηρυχθεί παραδοσιακός και διατηρητέος οικισμός, έχει πολλά σημαντικά, από ιστορική ή αρχιτεκτονική άποψη, κτίρια και μνημεία, όπως το σπίτι του Γρηγορίου Ε” (που έχει ανακαινισθεί και στεγάζει σήμερα το Εκκλησιαστικό Μουσείο), το κτίριο της ιερατικής Σχολής Δημητσάνας (όπου σήμερα στεγάζεται η Βιβλιοθήκη, με πάνω από 15.000 τόμους, ανάμεσα στους οποίους σπάνιες εκδόσεις, κώδικες και πλούσιο ιστορικό αρχείο και η λαογραφική συλλογή), το σπίτι του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ο πενταόροφος Πύργος του Ξενιού (που κτίστηκε το 1850 από τον σταφιδέμπορο της Πάτρας Κωνσταντίνο Κουκουζή) και πολλά άλλα. Ανάμεσα στις επτά εκκλησίες του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα που υπάρχουν στην πόλη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ναοί της Αγίας Κυριακής (μητροπολιτικός ναός της πόλης), του Αγίου Ευθυμίου, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη και των Αγίων Ταξιαρχών. Στον άξονα της χαράδρας του Λούσιου και σε στενή εξάρτηση με τη Δημητσάνα άνθισαν η βυζαντινή μονή Φιλοσόφου, η μονή της Παναγίας των Αιμυαλών, η Νέα μονή Φιλοσόφου και η μονή του Τιμίου Προδρόμου. Στην έξοδο του φαραγγιού του Λούσιου, στα όρια της εμβέλειας της πόλης, εκτείνεται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Γόρτυνας, όπου έχει ανασκαφεί μεγάλο τμήμα της ακρόπολης και σημαντικό ασκληπιείο με λουτρά.
Η πόλη είναι σήμερα διοικητικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και έδρα του δήμου Γορτυνίας. Διαθέτει μεγάλη υποδομή εστίασης και διαμονής και πολλά εμπορικά καταστήματα.

 

Ζυγοβίστι

Μικρό χωριό στα βόρεια της Κλινίτσας, ανάμεσα στο μεγάλο οροπέδιο Κάμπος, που αποτελούσε και τον κύριο γεωργικό πόρο του χωριού, και το ελατόδασος του Μαινάλου. Το όνομα του ίσως να προέρχεται από το τοπωνύμιο Ζυγός, που πιθανώς είχε αποδοθεί στην περιοχή επειδή γειτνιάζει με το μείζον πέρασμα του Δ. Μαινάλου (σήμερα θέση Μπιλάλη). Η λεκάνη του χωριού αποικίστηκε τον 16ο αι. από την οικογένεια των Κοντογιανναίων, που μετακινήθηκαν από το χωριό Αιμυαλοί Μεσσηνίας. Η ίδια οικογένεια ίδρυσε το 1608 και τη μονή Αιμυαλών, στο χείλος της χαράδρας του Λούσιου, ακριβώς κάτω από το Ζυγοβίστι.
Από την πρώτη αυτή περίοδο εποίκισης, το Ζυγοβίστι κρατά τα δύο παλιότερα εκκλησιαστικά μνημεία του, τους ναούς του Αγίου Νικολάου (1638) και του Αγίου Ιωάννη (1643), στη νότια και τη βόρεια είσοδο του οικισμού, αντίστοιχα, ενώ η ενοριακή εκκλησία της Μεταμορφωσης Σωτήρα και οι Άγιοι Απόστολοι είναι των αρχών του 19ου αι. Ενδιαφέροντα κτίσματα του 18ου-19ου αι. είναι και η ταβέρνα των Ασίκηδων (1748) και το σχολείο (1830).
Κεντρικό στοιχείο της ιστορίας των Ζυγοβιστινών είναι η συμμετοχή τους στο σώμα της προσωπικής φρουράς του Θ. Κολοκοτρώνη, στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Στην είσοδο του χωριού έχει ανεγερθεί μαρμάρινο μνημείο με μορφή ανοιχτού βιβλίου, όπου αναγράφονται τα ονόματα των αγωνιστών.

 

Ελάτη

Ένα μικρό χωριό κρυμμένο σε μια πτυχή του Δυτικού Μαινάλου, ανάμεσα στο δάσος και τις κοίτες των ποταμών του Μυλάοντα. Η Ελάτη έχει πολλά κοινά με τους γειτονικούς οικισμούς Πυργάκι και το μικρό χωριό Μεθύδριο, με τους οποίους μοιράζεται ένα κοινό πεπρωμένο. Και οι τρεις ιδρύθηκαν κατά την περίοδο της οικονομίας της επιβίωσης, όταν τα χωριά περιήλθαν κατάσταση περιορισμένων πόρων του δάσους και των λιβαδιών του βουνού. Στο τρίγωνο που σχηματίζεται από τα τρία χωριά, η Ελάτη ξεχωρίζει ως μια αντανάκλαση του παλαιού οικισμού 7 Ψωμιά, που άκμασε μέχρι τον 18ο αιώνα στο μεγάλο λιβάδι στο δρόμο προς την Αλωνίσταινα, όπου βρίσκεται σήμερα η πηγή στο Παλιοχώρι, που βρίσκει κανείς το όμορφα ανακαινισμένο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής.

Παρακάμπτοντας το χαλαρό οικιστικό ιστό του χωριού, που βρίσκεται στο μικρό πράσινο αμφιθέατρο, ο κύριος δρόμος περνάει από την ενοριακή εκκλησία της Παναγίας, δημιουργώντας ένα νέο κέντρο βάρους. Μια ταβέρνα και ένα μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα συνθέτουν τις τουριστικές εγκαταστάσεις της Ελάτης για τον επισκέπτη που αναζητά ένα απλούστερο τοπίο από την πολυσύχναστη Βυτίνα, σε πλήρη εναρμόνιση αυτού με το φυσικό τοπίο και το δάσος.

 

Βυτίνα

Η σημερινή Βυτίνα απλώνεται σε επίπεδο οροπέδιο στους πρόποδες του Μαινάλου, σε μια έκταση που άλλοτε αποτελούσε ένα σημαντικό γεωργικό πόρο. Ο οικισμός προήλθε από τη μετακίνηση ή συνένωση προγενέστερων εγκαταστάσεων, όπως της Παλιάς Βυτίνας και άλλων αγροτικών συνοικήσεων, που είχαν αρκετή δυναμική και είχαν δώσει και πεδινά παρακλάδια στην Αργολίδα, την Αχαΐα και την Ηλεία.
Λόγω ακριβώς αυτής της δυναμικής, αλλά και της θέσης της πάνω στους οδικούς άξονες που αναπτύχθηκαν το πρώτο μισό του 20ου αι., η Βυτίνα ενισχύθηκε με λειτουργίες υπερτοπικού κέντρου, όπως το παλιό Σανατόριο «Ιθώμη» και η Δασοκομική Σχολή, που έθεσαν τα θεμέλια της μελλοντικής της πορείας ως ορεινό θέρετρο. Η ανάπτυξη του Χιονοδρομικού Κέντρου στο Μαίναλο, και η διασύνδεσή της με την Ολυμπία και τα Καλάβρυτα ενίσχυσαν τη θέση της στον τουριστικό ιστό της Βόρειας Πελοποννήσου. Οι δραστηριότητες που άνθισαν παράλληλα (εστίαση, βιοτεχνία τροφίμων, ξυλοτεχνία, υφαντουργία) συγκέντρωσαν και αναπροσανατόλισαν το εργατικό δυναμικό προς τη μεταποίηση και τον τριτογενή, προετοιμάζοντας το παραγωγικό προφίλ της Βυτίνας του 21ου αι.
Με πάνω από έναν αιώνα δυναμικής παρουσίας στην καρδιά της Γορτυνίας, η Βυτίνα είναι πλέον μια ζωηρή κωμόπολη με αξιόλογη υποδομή εστίασης και διαμονής (τη μεγαλύτερη σε ολόκληρη τη δυτική Αρκαδία). Πυρήνας εξορμήσεων σε ολόκληρη της Γορτυνία, η κώμη διαθέτει ωστόσο δική της πολιτιστική ταυτότητα, ως γενέτειρα αξιόλογων προσωπικοτήτων (πχ., ο ιστορικός Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου), και πολλά αξιοθέατα, όπως η πετρόκτιστη εκκλησία του Αγίου Τρύφωνα στην κεντρική πλατεία, η δημοτική Βιβλιοθήκη, το ιστορικό «Ελληνικό Σχολείο», ο ναός των Αγίων Ανάργυρων (1831), τα πέτρινα γεφύρια και οι νερόμυλοι στο Μυλάοντα κλπ.

 

Νυμφασία

Μικρός οικισμός, χτισμένος σε ομαλή έκταση στο μυχό ενός παρακλαδιού του Μυλάοντα. Στενά συνδεδεμένη με τη Βυτίνα, η Νυμφασία τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από το τοπικό κέντρο και έτσι διατηρεί συμπληρωματικά αρκετές δραστηριότητες και κάποια υποδομή εστίασης. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η ενοριακή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, πετρόκτιστη βασιλική του τέλους του 19ου αι. με επιβλητικό καμπαναριό. Στην περίμετρο χωριού, προς τη μονή Κερνίτσας, συναντάμε τις λιθόκτιστες ανακατασκευασμένες κρήνες Καρυδιά (αρχική κατασκευή του 1824) και Μούσγα (1876).

 

Μαγούλιανα

Χάριν της ωραίας αμφιθεατρικής θέσης στην στέψη της κοιλάδας Καμάρι και της ασφάλειας που παρείχε το μεσαιωνικού οχυρό Αργυρόκαστρο, τα Μαγούλιανα σκαρφάλωσαν πιό ψηλά από κάθε άλλο οικισμό στην Πελοπόννησο και ρίζωσαν στα 1240 μ. Ο οικισμός καταλαμβάνει ολόκληρο το πλάτος της λεκάνης, που έχει νότιο προσανατολισμό και συνεχή ηλιασμό, απαλύνοντας την επίδραση του υψομέτρου. Οι κάτοικοι του χωριού επιδόθηκαν κυρίως στην κτηνοτροφία, αξιοποιώντας τους απέραντους λιβαδικούς πόρους των γύρω κορυφών. Το χειμώνα ωστόσο οι συνθήκες ήταν δύσκολες στη ζώνη πάνω από τα 1000μ. υψόμετρο και έτσι πολλά κοπάδια κατέβαιναν σε χειμαδιά της Αχαϊας και Ηλείας, όπου και αρκετοί σταδιακά εγκαταστάθηκαν (συνοικία Μαγουλιανίτικα στην Αμαλιάδα).
Οι μεγάλες εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου (1840), του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Ιωάννη (18ος αι.) και οι απλές γραμμές του αναγλύφου, πάνω στις οποίες κυλούν τα πέτρινα σπίτια, δίνουν μια εικόνα συνοχής και ηρεμίας στο χωριό. Στην κορφή Κάστρο, που προστατεύει από τα βόρεια το χωριό, σώζονται τα λείψανα του Αργυρόκαστρου, μέσα στο περίβολο του οποίου έχει ανεγερθεί νεώτερος ναός του Αγίου Γεωργίου. Στην περιοχή Κορφοξυλιά, δυτικά του χωριού, βρίσκεται το παλιό Σανατόριο της Μάννας. Κατασκευάστηκε από πόρους που συγκέντρωσε η Άννα Παπαδοπούλου, αδερφή του Παύλου Μελά, χτίστηκε από Λαγκαδιανούς μαστόρους με πέτρα από το λατομείο του Αλογόβραχου και λειτούργησε το 1928. Γρήγορα έγινε κανονικό νοσοκομείο και για χρόνια απετέλεσε σημαντικό στοιχείο οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην περιοχή.

 

Βαλτεσινίκο

Το Βαλτεσινίκο είναι χτισμένο στην σφικτή αγκαλιά μιας προσήλιας λεκάνης, ανάμεσα σε σημαντικούς και εκτεταμένους γεωργικούς, δασικούς και κτηνοτροφικούς πόρους. Η γεωργική ζώνη του χωριού καταλαμβάνει δύο μεγάλες λεκάνες, την κοιλάδα του Ελά και το Βαλτεσινιώτικο Κάμπο, στις ανάντι και κατάντι χαράδρες κρύβονται αξιόλογοι βοσκότοποι, ενώ ένα απέραντο δάσος απλώνεται μέχρι τα Μαγούλιανα, το Καλονέρι και τη Κρυόβρυση. Ο πλούτος αυτός έδωσε στο Βαλτεσινίκο μια δυναμική βάση, που το βοήθησε να πορευτεί σταθερά σε όλες τις τρικυμίες των καιρών, ακόμα και στην σημερινή, ιδιαίτερα αρνητική για τα ορεινά χωριά, συγκυρία. Απομονωμένο γεωγραφικά, το χωριό λειτουργεί ως αυτάρκες τοπικό κέντρο και διατηρεί αξιόλογη υποδομή εστίασης και διαμονής, εντυπωσιακό νεανικό δυναμικό και ισχυρή παρουσία καταγόμενων.
Σημάδι της κοινωνικής σφριγηλότητας την εποχή της ακμής του, το Βαλτεσινίκο έχει 10 εκκλησίες, με σημαντικότερες το μεγάλο ενοριακό ναό των Αγίων Θεοδώρων, τον Άγιο Γεώργιο (με πολλά περίτεχνα κοσμητικά στοιχεία και οκταγωνικό τρούλο, έργο Λαγκαδιανών μαστόρων) και τους Ταξιάρχες (1824). Την περίοδο αυτή το χωριό ανέπτυξε την τέχνη της ξυλογλυπτικής και – σε αξιοσημείωτη συμπληρωματικότητα με αντίστοιχες δεξιότητες σε άλλα γορτυνιακά χωριά – ειδικεύτηκε στα τέμπλα εκκλησιών και άλλα κοσμητικά ή χρηστικά τεχνουργήματα.
Μια μικρή εκδρομή στην άμεση περίμετρο του χωριού μπορεί να κατευθυνθεί στη στέψη του φαραγγιού του Καψάλη (ή Ρεντζέλα), όπου βρίσκεται η μονές της Κοίμησης Θεοτόκου και του Αγίου Νικολάου, και να συνεχίσει στο Βαλτεσινιώτικο Κάμπο, όπου με λίγο ψάξιμο θα βρούμε ένα πετρόχτιστο γεφύρι, το ξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας και ερείπια αρχαίου ναού στην Αγία Παρασκευή, κοντά στη Μυγδαλιά. Τέλος μια σύντομη πορεία στην κορυφή Παλιόκαστρο θα μας οδηγήσει στα λείψανα μεσαιωνικού οχυρού που κατόπτευε τις απέραντες κοιλάδες προς το Λάδωνα και τα Λαγκάδια.

 

Λαγκάδια

Τα Λαγκάδια είναι χτισμένα σε πολύ απότομη πλαγιά των Γορτυνιακών Βουνών, σε μια ζώνη που παρόλο που κάνει την κατασκευή κτισμάτων ιδιαίτερα σύνθετη, συγκεντρώνει ταυτόχρονα πολλά χαρίσματα: είναι πάνω σε μια προφανή γεωγραφική διέξοδο της Γορτυνίας προς τα δυτικά (από εδώ περνούσε ο αρχαίος δρόμος Σπάρτης-Μεγαλόπολης-Μεθυδρίου-Τεύθιδος-Ηραίας-Ολυμπίας, από την οποία κατέβαινε ολόκληρη η ανατολική Πελοπόννησος για παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Ολυμπία), έχει πολλά πηγαία νερά και παρέχει ισχυρή άμυνα και ασφαλή καταφύγια. Ακριβώς η ανάγκη προσεκτικής μελέτης και κατασκευής των κτιρίων, ώθησε τους Λαγκαδιανούς μαστόρους να αναπτύξουν τεχνικές υψηλής σταθερότητας στη δόμηση με πέτρα, δεξιότητα που εδραίωσε τη φήμη τους ως των καλυτέρων χτιστάδων της Πελοποννήσου. Οι Λαγκαδιανοί έχουν χτίσει τόσο στην Αρκαδία, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα, εκατοντάδες μεγάλα κτίρια, εκκλησίες, γεφύρια και καμπαναριά.
Σημαντικό τοπικό κέντρο, τα Λαγκάδια υπήρξαν κατά περιόδους διοικητικός και πνευματικός κόμβος και τόπος καταγωγής μεγάλων προσωπικοτήτων και αγωνιστών του 1821, όπως η οικογένεια των Δεληγιαννέων. Tα κυριότερα ιστορικά κτίρια της κώμης είναι το σπίτι των Δεληγιάννηδων στην πάνω Γειτονιά, οι Ταξιάρχες (1805), ο ναός των Αγίων Αποστόλων (1854) στην κάτω Γειτονιά, το πετρόχτιστο Γυμνάσιο (1868), ο ναός του Τιμίου Προδρόμου (1808) και τα ξωκλήσια της Παναγιάς του Γούναρη (1862) και της Αγίας Τριάδας.
Η πόλη έχει αξιόλογη ξενοδοχειακή υποδομή και προσφέρει πλούσιες επιλογές εστίασης, ενώ στα καταστήματα μπορεί κανείς να αγοράσει υφαντά, τοπικά ζυμαρικά, γλυκά και προϊόντα ξυλοτεχνίας. Πολλές και πρωτότυπες εκδηλώσεις γίνονται κάθε χρόνο, όπως το αποκριάτικο πανηγύρι και οι καλοκαιρινές αγώνες δημοτικού τραγουδιού στη θέση Πανηγυρίστρα. Ενδιαφέροντες προορισμοί σύντομων εκδρομών είναι οι πηγές του Λούσιου στην Αγία Παρασκευή Καλονερίου και τα μικρά παραδοσιακά χωριά στη κοιλάδα των Λαγκαδιανού ρέματος.